Parisina

Lord Byron (1788–1824)

Translated from English by Λορέντζος Μαβίλης

ΙἩ ὧρα εἶν’ αὐτὴ ποῦ ἀπὸ τοὺς κλώνους βγαίνειὉ ψιλὸς τ’ ἀηδονιοῦ κελαϊδισμός,Ποῦ εἰς κάθε του μιλιὰ μουρμουρισμένηΦαίνεται ὁ πόθος τοῦ ἐραστῆ γλυκός.Καὶ τ’ ἀεράκι ποῦ τερπνὰ φυσάειΚαὶ τὸ ρυάκι ποῦ σιμὰ κυλάειΜουσικὴ χύνουν σὰ φιλέρμ’ αὐτιά.Εἶναι ψηλὰ τ’ ἀστέρι’ ἀνταμωμένα,Κάτου στὴν γῆν εἶν’ ἐλαφρὰ βρεμέναὌλα τὰ λουλουδάκια μὲ δροσιά.Τὸ γαλάζιο τὸ κῦμα εἶναι βαθύτεροΚ’ ἕνα ξάστερο σκότος ’ς τὸν αἰθέρα,’Στὴ γλυκειά του μαυράδα καθαρό,Ὁπ’ ἔρχεται ὅταν βασιλεύσ’ ἡ μέραΤὴν ὥρα ποῦ φεγγάρι λαμπηρὸΤοῦ δειλινοῦ τὸ φῶς σκορπίζει πέρα.

ΙΙἈλλ’ ὄχι τοῦ νεροῦ γιὰ ν’ ἀγροικήσῃTὸν καταρράκτ’ ἡ Παριζίνα βγαίνει,Ὄχι τὸ οὐράνιο φῶς γιὰ ν’ ἀντικρύσῃEἰς τὰ μαυράδια τῆς νυκτὸς προβαίνει.Κι’ ἂν εἰς τὸ περιβόλι αὐτὴ καθίζειΔὲν εἶναι γιὰ τὰ ὁλάνοικτα λουλούδια,Aὐτιάζεται — ὄχι γι’ αἠδονιοῦ τραγούδια —Ἂν καὶ τέτοια λαλιὰ ν’ ἀκούσῃ ἐλπίζει.Καὶ νά μὲς τὰ πυκνὰ φύλλα γλυστράειἝνα πάτημα, ἡ ὄψη της χλωμιάζει —Kαὶ ἡ καρδιά της γοργότερα κτυπάει.Μέσ’ ἀπ’ τὰ στήθη της φουσκόνουν!Μιὰ στιγμὴ μόνη ἀκόμα — κι’ ἀνταμόνουν —Ἐπέρασε ἡ στιγμή — καὶ πέφτει ἐμπρός τηςMὲ μιᾶς γονατισμένος ὁ καλός της.

IIIΚαὶ τί τοὺς μέλει τώρα ὁ κόσμος ὅλοςΜὲ τὸν καιρὸν ὁποῦ τὰ πάντα ἀλλάζει;Ὅσα ἐκεῖ ζοῦν — ἡ γῆ κι’ ὁ οὐρανὸς θόλος —Σὰν τίποτα ὅλα ὁ νοῦς τὰ λογιάζει.Καθὼς νεκροὶ νὰ ἦσαν δὲν προσέχουν’Σ ὅ,τι κάτω, ψηλά, γύρω τους ἔχουν,Πῶς ὅλα τἄλλα ἐπέρασαν θαρροῦν,Πῶς ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο μόνοι ζοῦν.Στενάζουν μὲ βαθειὰ γλυκάδα τόσηΠοῦ ἂν δὲν ἔπαυε ἐκείνη ἡ εὐτυχισμένηΤρέλλα, στάχτ’ ᾑ καρδιαῖς ἤθελαν γένῃὍσαις παρόμοια φλόγα ἔχει πυρώσῃ.Φαντάζονται οὐδὲ κἂν κρῖμα ἢ κινδύνους’Σ τοῦ τρυφεροῦ τῶν ὄνειρων τὴ ζάλη;Ποιὸς ποτέ του ἐσταμάτησε ἀπ’ ἐκείνουςὍσοι ἀγροικῆσαν μέσα τὴν μεγάληTοῦ πάθους τούτου ὁρμή; ποιὸς ἐφοβήθηΠιὰν τέτοιαν ὥρα; ἢ ποιὸς ἀνανοήθηΠόσο λίγο βαστοῦν τέτοιες στιγμές;Ἀλλ’ ὅμως νὰ ποῦ πέρασαν κι’ αὐταῖς!Κι’ ὁ καθείς μας ξυπνᾷ προτοῦ γνωρίσῃΠ’ ὄνειρο τέτοιο πλιὰ δὲ θὰ γυρίσῃ.

IVΜὲ ματιαῖς φεύγουν κεῖθε ἀργὰ ριγμέναις,Ποῦ ἀπόλαυσαν χαραῖς κριματισμέναις,Κ’ ἐλπίζουν, πλῆν λυποῦνται, ὡσὰν στερνὸςΓι’ αὐτοὺς ἐκεῖνος νὰ ἦταν χωρισμός.Οἱ πλήθιοι στεναγμοί, τὸ σφιχτοἀγκάλιασμαΚαὶ τῶν φιλιῶν τὸ ἀτέλειωτο ἀναγάλλιασμαἘνῷ φέγγει ὁ οὐρανὸς εἰς τὴ θωριά της,Ὁποῦ, ὡς φοβᾶται, δὲν τὴ συχωράει,Ὡς νἄβλεπε τὸ μέγα ἁμάρτημά τηςΚάθ’ ἄστρο γαληνὸ ποῦ τοὺς τηράει —Τ’ ἀγκάλιασμα κ’ οἱ πλήθιοι στεναγμοὶΔεμένους τοὺς κρατοῦν ἀκόμη ἐκεῖ.Ἀλλ’ ἔφθασε ἡ συιγμὴ νὰ χωρισθοῦν,Μὲ βαρειὰ τὴν καρδιὰ καὶ τρομασμένοι,Ἀπ’ ταῖς ἀνατριχίλαις παγωμένοιὁποῦ γοργὰ τὸ κρῖμ’ ἀκολουθοῦν.

VΚαὶ ὁ Οὗγος πάει στὴν ἔρημή του κλίνη.

Ἄλλου γυναῖκα ἐκεῖ νὰ ἐπιθυμήσῃ,πλὴν τ’ ἄπιστο κεφάλι της ἐκείνηΣιμὰ στὸν καλὸν ἄνδρα θ’ ἀκουμβήσῃ.Στὸν ὕπνον ὅμως δείχνει θερμασμένη

VIΤὴ σφίγγει στὴν καρδιά του κοιμημένη,Γροικῶντας κάθε λέξη της κομμένη·Κι’ ἀκούει — τί σαστίζει κι’ ὅλος φρίκηΣὰ νἄκουε τ’ Ἀρχαγγέλου τὴ φωνή;Καὶ πῶς νὰ μὴ σαστίσῃ; ΚαταδίκηΔὲ θὲ νὰ τοῦ βροντᾷ πλιὸ τρομερὴ’Σ τὸ μνῆμα ὅταν γιὰ πάντα θὰ ξυπνήσῃΤὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ γιὰ ν’ ἀντικρύσῃ.Πῶς νὰ μὴ φρίξῃ; Τὴ γλυκειά του εἰρήνηἩ μιλιὰ τοῦ κατάστρεψεν ἐκείνη.Ἕνα μουρμουρητὸ ἀποκοιμισμένο,Τὄνομ’ αὐτὸ σιγὰ ψιθυρισμένο,Τῆς γυναικὸς τὸ κρῖμα φανερόνειΚαὶ μ’ ἐντροπὴ τὸν Ἄζο κηλιδόνει.Καὶ τίνος τὄνομα εἶναι ποῦ βογγάειΕἰς τὸ προσκέφαλό του φοβερό,Καθὼς τὸ κῦμα ποῦ στὴν ἄκρη σπάειΠετῶντας τὸ σανίδι ’ς τὸ σκληρὸΒράχο καὶ τὸν πνιμμένον κομματιάζειΤὸν δύστυχο ποῦ πέφτει καὶ βουλιάζει,Γιὰ νὰ μὴν ἀνεβῇ στὸν κόσμο πλιά;Παρόμοια στὴν ψυχὴ τοὖλθ’ ἡ κτυπιά.Τίνος τ’ ὄνομ’ αὐτό; Τ’ Οὕγου; Ἐκεινοῦ;Ἀλήθεια! αὐτὸ δὲν τοὖχ’ ἐλθεῖ στὸ νοῦ!Τοῦ Οὕγου, τοῦ παιδιοῦ μιᾶς π’ ἀγαποῦσε,Τοῦ δικοῦ του παιδιοῦ ποῦ ἦταν κακὸςΤῆς διεστραμμένης νειότης του καρπός,Ὅταν τὴ Λεύκω ὁ Ἄζος ἀπατοῦσε,Τὴν κόρη ποῦ ’ς τὴν τρέλλα της πιστεύθηΑὐτὸν ποῦ ἀπέκει δὲν τὴν ἐπαντρεύθη.

VIIΤὸ μαχαῖρι ἀπ’ τὴ θήκη πάει νὰ βγάλῃ,Ἀλλὰ πρὶν ὅλο βγῇ τὸ κρύβει πάλι.Ἄν καὶ τῆς ἄξιζε, ὅμως δὲν τολμάειΜορφὴ νὰ σφάξῃ τόσο ἀγγελική,Κἄν ὄχι ἐνῷ γελᾷ στὸν ὕπνο – ἐκεῖ,Ὄχι, δὲν εἰμπορεῖ. Δὲν τὴν ξυπνάει!

Ἀλλ’ ἀπάνου της βλέπει μ’ ἕνα μάτι,Ποῦ ἂν σηκονόνταν κείνη ἀπ’ τὸ κρεββάτι,Θἄπεφτε πάλι πίσω κοιμισμένηΜὲ τὴν κάθε αἴσθησή της παγωμένη.’Σ τὰ φρύδια του χοντραῖς σταλαματιαῖςἌστραφταν εἰς τοῦ λύχνου ταῖς φωτιαῖς,Ἀκόμη αὐτὴ κοιμοῦνταν. Δὲ μιλοῦσε.’Σ τὸ νοῦ του αὐτὸς ταῖς μέραις της μετροῦσε.